Ο στρατηγικός αφελληνισμός της οικονομίας

του Νίκου Χριστοδουλάκη*
Η σχεδόν δεκάχρονη επιβολή των μνημονίων στη χώρα μας δεν έστειλε μόνο τους μισθούς στις έσχατες θέσεις της ευρωπαϊκής αγοραστικής δύναμης, αλλά επέφερε και ένα βαρύ πλήγμα στην ελληνική οικονομία με τη δραματική έλλειψη ρευστότητας, τη συρρίκνωση επενδύσεων και υποδομών, καθώς και τη γενικότερη αποχώρηση των ελληνικών τραπεζών και επιχειρήσεων από τις περιφερειακές αγορές.
Οι συνέπειες υπήρξαν σοβαρές και κατατρύχουν την οικονομία ακόμα και σήμερα, χωρίς να διαφαίνεται μια γρήγορη προοπτική αντιστροφής της κατάστασης. Τρία είναι τα βασικά προβλήματα που μας κληρονόμησε η κρίση:
Η έντονη έλλειψη ρευστότητας που εκδηλώθηκε στη διάρκεια της κρίσης ήταν αποτέλεσμα τόσο της απροθυμίας ξένων επενδυτών να φέρουν χρήματα στη χώρα μας όσο και της υπερπροθυμίας των ντόπιων κεφαλαιούχων να βγάλουν τα δικά τους έξω για να αποφύγουν τον κίνδυνο του Grexit.
Για να βρεθούν μερικά κεφάλαια, διαδοχικές κυβερνήσεις στην Ελλάδα (αλλά και σε άλλες χώρες της ΕΕ) θέσπισαν την πατέντα με τη Χρυσή Βίζα (Golden Visa), σύμφωνα με την οποία όποιος φέρνει λεφτά στη χώρα για να αγοράσει σπίτι παίρνει και πολυετή άδεια παραμονής.
Πέρα από τα ηθικά ζητήματα που δημιουργεί η εξαγορά της άδειας με χρήματα που συχνά προέρχονται από ξέπλυμα και άλλα εγκλήματα, η μαζική χρήση του μέτρου οδήγησε σε έκρηξη τιμών των ακινήτων, μαζικές εξώσεις ντόπιων ενοικιαστών και – μαζί με τις βραχυχρόνιες μισθώσεις Arbnb – σε εκτεταμένη στεγαστική κρίση.
Ενώ όμως τα τελευταία χρόνια άλλες χώρες, βλέποντας τους κινδύνους, έσπευσαν να καταργήσουν τη Χρυσή Βίζα ολοσχερώς, εδώ απλώς αυξήθηκε λίγο το όριο αγοράς, αν και χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα, γιατί ήδη βρέθηκαν «παραθυράκια» να ξεπερνούν τα εμπόδια.
Ετσι στη χώρα μας συνεχίζονται ακάθεκτες οι αγορές κατοικιών και γης – με ενδιαφερόμενους κυρίως από την Κίνα, την Τουρκία, το Ισραήλ, τη Μέση Ανατολή κ.λπ. Η δεξαμενή κατοικιών τροφοδοτείται ανελλιπώς και από τα καθυστερούμενα στεγαστικά που οι τράπεζες διαθέτουν με διάφορες διευκολύνσεις και μεθοδεύσεις στα funds και αυτά με τη σειρά τους προσφέρουν τα ακίνητα σε ξένους.
Πέρα όμως από τη στεγαστική κρίση, η Golden Visa επιφέρει και δύο άλλους κινδύνους: αφενός την επιβάρυνση και υποβάθμιση οικισμών με μικρή φέρουσα ικανότητα υποδομών (π.χ. στα νησιά) και αφετέρου τον αφελληνισμό του τοπικού πληθυσμού που προκαλείται όταν ομοεθνείς ξένοι συγκεντρώνονται σε μία περιοχή (π.χ. Τούρκοι στη Θράκη ή στο Ανατολικό Αιγαίο κ.α.). Για όλους αυτούς τους λόγους, η μοναδική και εθνικά επωφελής λύση είναι η πλήρης κατάργηση της Golden Visa σε όλες τις περιοχές και για όλους ανεξαιρέτως τους ξένους.
Ακόμα και για όσους προέρχονται από χώρες της ΕΕ, η απόκτηση κατοικίας θα πρέπει να γίνεται μέσα από αυστηρές και πολυετείς διαδικασίες, όπως ισχύει και σε τουλάχιστον άλλες δύο χώρες της Ενωσης, την Αυστρία και τη Δανία.
Οσοι έχουν ήδη προμηθευτεί τη Χρυσή Βίζα θα ειδοποιηθούν ότι δεν θα ανανεωθεί, ενώ μια σειρά από ύποπτες εξαγορές που είχαν εντοπιστεί στο παρελθόν θα επανελεγχθούν από τις αρμόδιες αρχές (όπως, για παράδειγμα, η απάτη με τις κινεζικές βίζες το 2018).
Μεγάλες υποδομές
Στη διάρκεια της κρίσης, η εγκατάλειψη και αχρήστευση επενδύσεων και υποδομών ξεπέρασε σε αξία τα 100 δισ. ευρώ και αυτό είχε σαν συνέπειες το μαζικό κλείσιμο επιχειρήσεων, κατεστραμμένους δρόμους και αστικά δίκτυα στις πόλεις, εγκαταλελειμμένες βιομηχανικές περιοχές της Βόρειας Ελλάδας και τον εκπατρισμό 350.000 πτυχιούχων για αναζήτηση απασχόλησης σε άλλες χώρες.
Μερικά πράγματα έχουν διορθωθεί, κυρίως μέσα από τις χρηματοδοτήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά η έλλειψη ενός ευρύτερου σχεδίου εφαρμογής του έστρεψε πόρους σε πολλά μικροέργα και περιόρισε τις δυνατότητές του. Ακόμα και φέτος οι ακαθάριστες επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου στην Ελλάδα δεν ξεπερνούν το 16% του ΑΕΠ, ενώ στην ευρωζώνη βρίσκονται στο 21% του ΑΕΠ.
Αν λάβει κανείς υπ’ όψιν του ότι στη δεκαετία των μνημονίων είχαν μειωθεί στο 11% του ΑΕΠ, κατανοεί ότι για να αναπληρωθεί το κατεστραμμένο κεφάλαιο θα χρειαστεί ένας ρυθμός πολύ πάνω από την ΕΕ επί μία σχεδόν δεκαετία. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με όρους εθνικής κινητοποίησης, κάτι που δεν είναι και τόσο ρεαλιστικό στις σημερινές συνθήκες πόλωσης και κατακερματισμού.
Την ίδια περίοδο των μνημονίων η ελληνική οικονομία υπέστη και άλλη μία μετάλλαξη. Επειδή είχε πέσει η κεφαλαιουχική αξία των ελληνικών επιχειρήσεων, έγιναν εύκολοι (και φθηνοί) στόχοι εξαγοράς από ξένους ομίλους.
Μεγάλες παραδοσιακές επιχειρήσεις ελέγχονται πλέον από ξένα ή πολυεθνικά εταιρικά σχήματα ακόμα και σε στρατηγικούς τομείς, από τα αεροδρόμια και τα μεγάλα λιμάνια έως τηλεπικοινωνίες, ενέργεια και εμβληματικά τουριστικά resorts.
Η ιστορική ειρωνεία είναι ότι τώρα πλέον και η ίδια η ΕΕ προειδοποιεί για τους κινδύνους εξαγοράς ευαίσθητων κλάδων από κράτη εκτός της Ενωσης για να αποφύγουν να στραφούν εις βάρος της. Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα η ολλανδική κυβέρνηση κρατικοποίησε τον κινεζικό κολοσσό τεχνολογίας Nesperia για να μην μπορεί να εκβιάσει την αγορά σε περίπτωση ανταγωνισμού ΗΠΑ – Κίνας. Στην Ελλάδα βρίθουν τα παραδείγματα πιθανών συγκρουόμενων συμφερόντων, αλλά προς το παρόν ουδείς νοιάζεται.
Δεν αποκλείεται μάλιστα καθόλου η στρατηγική διείσδυση ξένων συμφερόντων να συνδυάζεται με τη μαζική αγορά κατοικιών μέσω της Golden Visa. Για παράδειγμα, μια χώρα που εποφθαλμιά τον δικό μας ζωτικό χώρο θα μπορούσε να εξαγοράσει μεγάλες τουριστικές επιχειρήσεις και μεγάλο αριθμό κατοικιών που ντε φάκτο θα οδηγούσαν εκτεταμένες περιοχές σε ξένο έλεγχο. Το λιγότερο που θα μπορούσε να κάνει η Ελλάδα είναι να ελέγχει αυστηρά όλες τις περιπτώσεις εγκατάστασης και να τις αδειοδοτεί, σταθμίζοντας όχι μόνο το συνάλλαγμα που φέρνουν αλλά και τους κινδύνους που ελλοχεύουν.
Πέρα όμως από τα γεωπολιτικά συμφέροντα υπάρχει και ο στόχος της βελτίωσης των υπηρεσιών σε όσες υποδομές παρέχουν δημόσια αγαθά και εξαγοράστηκαν από ξένους ομίλους. Πιστοποιείται άραγε κάτι τέτοιο για τα αεροδρόμια, τα λιμάνια, τον σιδηρόδρομο, τις τράπεζες, τις τηλεπικοινωνίες; Δύσκολο, πολύ δύσκολο. Μάλιστα, επειδή ανήκουν σε ξένα συμφέροντα, οι ελληνικές ρυθμιστικές αρχές συχνά συμπεριφέρονται φοβικά στο να τους ασκήσουν κριτική δήθεν μην τυχόν και θίξουν γεωπολιτικές ισορροπίες.
Εξωστρέφεια
Λιγότερο ορατή στο ευρύ κοινό είναι η στρατηγική υποχώρηση της Ελλάδας από πολλές εξωστρεφείς δραστηριότητες στο εξωτερικό, κυρίως μέσω τραπεζών και δυναμικών επιχειρήσεων που είχαν αναπτυχθεί σε πολλές βαλκανικές και ευρωπαϊκές χώρες. Παλιότερα, καμία σοβαρή οικονομική εξέλιξη (από συγχωνεύσεις έως αποκρατικοποιήσεις) δεν γινόταν στα Βαλκάνια χωρίς να πρωταγωνιστούν ελληνικές τράπεζες.
Με απαίτηση της τρόικας και με όπλο πίεσης τις ανακεφαλαιοποιήσεις, αποχώρησαν και πλέον δεν έχει μείνει σχεδόν καμία δραστηριότητα. Εάν θέλουμε η ελληνική οικονομία να ανακάμψει και να μπει σε μια ανθεκτική πορεία ανάπτυξης, χρειάζεται να ξαναβρεί έναν δυναμικό ρόλο στον γεωγραφικό περίγυρο, τη ΝΑ Ευρώπη, τη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.
Πολλές ευκαιρίες χάθηκαν τα τελευταία 15 χρόνια και η επανάκαμψη θα αντιμετωπίσει ισχυρό ανταγωνισμό τόσο από την Τουρκία όσο και από άλλες πιο φιλικές χώρες. Σε αυτό το εγχείρημα ο ρόλος των ελληνικών τραπεζών θα είναι και πάλι καθοριστικός, με την προϋπόθεση βέβαια ότι θα γίνουν και οι ίδιες πιο ανταγωνιστικές και προσιτές από τις εγχώριες επιχειρήσεις, με στόχο να τις συνδράμουν να αναπτύξουν βιώσιμες στρατηγικές. Αυτό αφορά ιδιαίτερα και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που τώρα ασφυκτιούν από την έλλειψη κεφαλαίων και καινοτομίας και με δυσκολία αντιστέκονται να μην ενδώσουν και αυτές σε εξαγορές.
*Ο κ. Νίκος Χριστοδουλάκης είναι επικεφαλής του InSocial, ομότιμος καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο και πρώην υπουργός. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Το Βήμα της Κυριακής” 26.10.2025