Τα αγκάθια κάτω από το… χαλί

Του Νίκου Χριστοδουλάκη*
Είναι αλήθεια ότι μετά τη λήξη των Μνημονίων η ελληνική οικονομία τρέχει κατά μέσο όρο με μία μονάδα του ΑΕΠ πάνω από τον ρυθμό της ευρωζώνης και αυτό έχει κάνει την κυβέρνηση να θριαμβολογεί χωρίς μέτρο. Στο αφήγημα υπάρχουν όμως μερικά αγκάθια τα οποία προσπαθεί να κρύψει κάτω από το χαλί – αντί να προκαλέσει μια δημόσια συζήτηση για το πώς θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν. Έχουμε και λέμε:
Το ελληνικό προβάδισμα της ανάπτυξης θα αρχίσει να μειώνεται από την επόμενη χρονιά, διότι αφενός μεν η ευρωζώνη προβλέπεται να ανακάμψει αισθητά ενώ η Ελλάδα αρχίζει να «λαχανιάζει». Η διαφορά των ρυθμών το 2026 αναμένεται να είναι μόλις 0,8% του ΑΕΠ, το μισό σχεδόν από πέρυσι και το ένα τρίτο πριν από πέντε χρόνια.
Για να μπορέσει να διατηρηθεί το προβάδισμα θα απαιτούσε εντατικοποίηση των επενδύσεων και ραγδαία άνοδο της παραγωγικότητας εργασίας που έχει μείνει τραγικά στάσιμη. Τίποτα από τα δύο δεν απασχολεί τον σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής.
Οι παραγωγικές επενδύσεις θα έπρεπε να είχαν εκτιναχθεί με το Ταμείο Ανάκαμψης, πλην όμως αυτό δεν συνέβη γιατί αντί για δίκτυα υποδομών που θα «κούμπωναν» με νέες ιδιωτικές επενδύσεις, η κυβέρνηση διοχέτευσε όλα τα δάνεια του Ταμείου σε μικρό αριθμό επιχειρήσεων πάσης φύσεως και μάλιστα αποκλειστικά μέσω τραπεζών.
Αντί για πρόγραμμα αναβάθμισης των μικρομεσαίων που θα έφερναν εγχώρια προστιθέμενη αξία, εφάρμοσε μικροπρογράμματα ενεργειακής κυρίως αναβάθμισης που καλύφθηκαν μέσω εισαγωγών και επιδείνωσαν το εμπορικό ισοζύγιο.
Βεβαίως η διάθεση πόρων από το Ταμείο – έστω και όπως έγινε – οδήγησε την παραγωγικότητα κεφαλαίου σε αύξηση κατά 7% την πενταετία 2020-2025, πράγμα που αμέσως μεταφράστηκε σε αυξημένα κέρδη (και υπερκέρδη) των επιχειρήσεων από το 46% ως μερίδιο του ΑΕΠ το 2020 στο 53% φέτος. Αντίθετα όμως στην παραγωγικότητα εργασίας «κόλλησε» η βελόνα στα ίδια επίπεδα με το 2020 και για τον λόγο αυτό το μερίδιο των μισθωτών συρρικνώθηκε από το 54% τότε στο 47% του ΑΕΠ φέτος, προκαλώντας ένα μεγάλο κύμα εισοδηματικής ανισότητας.
Φαίνεται λοιπόν ότι η παραγωγικότητα εργασίας παίζει καθοριστικό ρόλο για την ανάπτυξη και τις αμοιβές των μισθωτών. Γιατί όμως καθηλώθηκε; Για να είχε αυξηθεί όλα αυτά τα χρόνια, έπρεπε να είχε αξιοποιηθεί το Ταμείο Ανάκαμψης για παραγωγικές επενδύσεις – και τέτοιες γίνονται κυρίως στη μεταποίηση και σε τεχνολογικά συστήματα υψηλών απαιτήσεων, όχι σε απλές δραστηριότητες εξυπηρέτησης που δουλεύουν με χαμηλή εξειδίκευση.
Παράλληλα θα έπρεπε να είχε οργανωθεί μια συστηματική εκπαίδευση του εργατικού δυναμικού χαμηλής και ξεπερασμένης κατάρτισης σε νέες τεχνολογίες για να ανταπεξέλθουν στις αυξημένες απαιτήσεις που θα είχαν τότε οι εκσυγχρονισμένες επιχειρήσεις. Αυτά όμως δεν έγιναν και – επιπλέον – το Ταμείο Ανάκαμψης τελειώνει χωρίς να μπορεί να αξιοποιήσει ούτε καν όλους τους πόρους που είχε στη διάθεσή του. Τι άλλο χρειάζεται για να τραβήξουμε τα κουρτινάκια της πρόσκαιρης ανάπτυξης και να σημάνει συναγερμός για μια νέα οικονομική πολιτική;
*Ο Νίκος Χριστοδουλάκης είναι επικεφαλής του InSocial, ομότιμος καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και πρώην υπουργός. Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ – 15.11.2025